Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

Amsonia orientalis

Κομοτηνή, 4/5/2016


Με μια γρήγορη αναζήτηση στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να δει ότι το όνομα Amsonia δόθηκε στο γένος προς τιμήν ενός John Amson. Στο ερώτημα όμως «Μα ποιος ήταν επιτέλους αυτός ο John Amson και πώς ανδραγάθησε;» δε βρίσκει εύκολα απάντηση. Ευτυχώς που τις ίδιες απορίες είχε και ο βοτανικός James S. Pringle κι έτσι στη σχετική οκτασέλιδη εργασία του μαθαίνουμε ότι ο John Amson ήταν γιατρός στην επαρχία της Βιρτζίνια, έζησε στα μέσα του 18ου αιώνα και, μεταξύ άλλων, θεράπευσε τον George Washington από δυσεντερία και παρασκεύασε ένα - πιθανόν αμφιβόλου αποτελεσματικότητας - φάρμακο για τον κοκκύτη, το οποίο περιείχε διάφορα φυτικά συστατικά, καθώς και το χυμό από 200 ισόποδα.




Όπως και να προέκυψε το όνομά του, το γένος περιλαμβάνει είδη ιθαγενή της Βόρειας Αμερικής και της Ανατολικής Ασίας, ενώ στην Ευρώπη απαντά μόνο ένας εκπρόσωπος του γένους, η Amsonia orientalis Decne. in Jacquem.

Πρόκειται για ένα πολύ όμορφο φυτό, με υπέροχο γαλάζιο χρώμα στα φρέσκα άνθη του, του οποίου η εξάπλωση περιορίζεται στην ευρωπαϊκή Τουρκία και τη βορειοανατολική Ελλάδα, συγκεκριμένα στους νομούς Ροδόπης και, παλαιότερα, ίσως όχι πια, Ξάνθης. Φύεται σε υγρές θέσεις και στα όρια λιμνών ή χειμάρρων, σε χαμηλό υψόμετρο.




Δυστυχώς, όπως συμβαίνει με αρκετά από τα πολύ ελκυστικά φυτικά είδη, αυτοφυή άτομα Amsonia orientalis συνεχίζουν να συλλέγονται, παρόλο που υπάρχει ένα καλά ανεπτυγμένο εμπορικό δίκτυο με φυτά που καλλιεργούνται. Επιπλέον, το είδος απειλείται από απώλεια βιοτόπου, καθώς οι εκτάσεις στις οποίες φύεται συρρικνώνονται και υποβαθμίζονται συνεχώς. Για το λόγο αυτό εκτιμήθηκε ως «Κρισίμως Κινδυνεύον», από την IUCN. Το είδος προστατεύεται από τη Σύμβαση της Βέρνης (για την Προστασία της Άγριας Ζωής και του Φυσικού Περιβάλλοντος) και το ΠΔ 67/1981 (για την προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας) και συμπεριλαμβάνεται στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης, όπως προαναφέρθηκε, και στον παγκόσμιο κατάλογο των φυτικών ειδών που χρήζουν προστασίας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

Galanthus nivalis

Χαλκιδική, 12/2/2016

O Galanthus nivalis L. είναι το πιο γνωστό είδος του γένους. Έχουμε αναφερθεί παλαιότερα στο όνομα Galanthus (από τις λέξεις γάλα και άνθος). Το όνομα του είδους (nivalis: χιονώδης) σχετίζεται είτε με το λευκό χρώμα του άνθους ή με την ανθοφορία του που συμπίπτει με το λιώσιμο του χιονιού και συχνά με την εμφάνιση του φυτού μέσα από το χιόνι.


Το είδος αυτό είναι αυτοφυές σε πολλές χώρες της κεντρικής και νότιας Ευρώπης, ενώ στο βορειότερο κομμάτι της (Αγγλία, Ολλανδία, Σκανδιναβική χερσόνησος, κ.α.), όπως επίσης και στις ΗΠΑ και στον Καναδά,  έχει εισαχθεί και εγκλιματιστεί. Στην Ελλάδα αναφέρεται από τα φυτογεωγραφικά διαμερίσματα της βόρειας και νότιας Πίνδου, τη βόρεια κεντρική και βόρεια ανατολική Ελλάδα και τα νησιά του βορείου Αιγαίου. Φύεται σε δάση οξιάς, καστανιάς ή άλλων φυλλοβόλων, σε υψόμετρο από 350 έως 1400 μ., αν και οι περισσότεροι πληθυσμοί του έχουν εντοπιστεί κάτω από τα 900 μ. Ανθίζει από το Φεβρουάριο μέχρι τις αρχές του Απρίλη. 





Τα άνθη του επικονιάζονται από μέλισσες, ενώ σημαντικό ρόλο στον κύκλο ζωής του παίζουν και τα μυρμήγκια. Τα σπέρματα του φυτού φέρουν ελαιοσώματα, μια δομή πλούσια σε λιπίδια και πρωτεΐνες, που αποτελεί λιχουδιά για τα μυρμήγκια. Έτσι, τα συμπαθή έντομα, κουβαλούν τα σπέρματα του φυτού στις υπόγειες στοές τους με σκοπό να ταΐσουν τα σαρκώδη ελαιοσώματα στις προνύμφες τους, βοηθώντας έτσι τη διασπορά των σπερμάτων και, με την απόθεσή τους σε σημεία πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία, τη φύτρωσή τους. 




Το γένος Galanthus κατέχει την πρώτη θέση ανάμεσα στα βολβόφυτα που πωλούνται κάθε χρόνο για καλλιέργεια, παγκοσμίως. Ανάμεσα στα είδη του γένους, το G. nivalis είναι από τα πιο διαδεδομένα καλλωπιστικά φυτά και το εμπόριό του φτάνει τα εκατοντάδες χιλιάδες άτομα ανά έτος. Περιέχει αλκαλοειδή, κάποια από τα οποία είναι ιδιαίτερα δηλητηριώδη. Αναφέρεται ότι στην Ολλανδία, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, οι άνθρωποι, μη έχοντας κάτι άλλο να φάνε, κατανάλωσαν βολβούς του φυτού και εμφάνισαν συμπτώματα δηλητηρίασης. Το φυτό συλλέγεται πάντως και για φαρμακευτικούς σκοπούς.  

Από το 1990, με τη Συνθήκη για το διεθνές εμπόριο των απειλούμενων με εξαφάνιση ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας (CITES), απαγορεύτηκε η συλλογή ζωντανού υλικού για εμπόριο. Παρόλα αυτά, οι πληθυσμοί του G. nivalis βαίνουν συνεχώς μειούμενοι. Σε αυτό συμβάλλει και η απώλεια των βιοτόπων του φυτού είτε από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις ή την πανταχού παρούσα κλιματική αλλαγή. Σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες όπου βρίσκεται αυτοφυής, συμπεριλαμβάνεται στα εκάστοτε Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων, με χαρακτηρισμούς όπως «Τρωτό», «Σχεδόν Απειλούμενο» - όπως και στην Ελλάδα -  ή ακόμα και «Κρισίμως κινδυνεύον». Να σημειωθεί επίσης ότι στη χώρα μας ένας από τους πληθυσμούς του Galanthus nivalis βρίσκεται στη Χαλκιδική, στους πρόποδες του όρους Κάκαβος και πλησίον της περιοχής εξόρυξης χρυσού, σε ένα οικοσύστημα που συνεχώς υποβαθμίζεται…

Ο G. nivalis προστατεύεται από την Οδηγία 92/43/ΕΟΚ, τη Συνθήκη CITES και συμπεριλαμβάνεται στα Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδόσεις 2009 και 1995), στον Κόκκινο Κατάλογο Απειλούμενων Ειδών της Παγκόσμιας Ένωσης Προστασίας της Φύσης και στον Παγκόσμιο Κατάλογο ειδών που χρήζουν προστασίας του ΟΗΕ. 

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Impatiens noli-tangere

Ροδόπη, 11/8/2015


Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα φυτά που μπορεί να συναντήσει κανείς μέσα στα σκοτεινά δάση της Ροδόπης και του Βόρα είναι το Impatiens noli-tangere L. Το παράξενο σχήμα του το οφείλει στο σπιρούνι που σχηματίζει το ένα από τα τρία σέπαλα, το οποίο φέρει νέκταρ. Το παράξενο όνομά του (Impatiens: ανυπόμονος, μη ανεκτικός, noli-tangere: μην αγγίζετε) που θυμίζει τη βιβλική φράση «Μη μου άπτου» («Noli me tangere»), οφείλεται στον υπερβολικά ευαίσθητο καρπό του, μια ροπαλοειδή κάψα που, όταν ωριμάσει, κυριολεκτικά εκρήγνυται ακόμα και με το ελαφρύτερο άγγιγμα, σκορπώντας τα σπέρματα προς πάσα κατεύθυνση. 




Πρόκειται για εύκρατο είδος που εμφανίζεται σε περιοχές του βόρειου ημισφαιρίου, από την Ευρώπη και την Ασία, μέχρι τη δυτική βόρεια Αμερική. Στη χώρα μας πάντως είναι μάλλον σπάνιο, με επιβεβαιωμένες αναφορές μόνο από τις δύο προαναφερθείσες οροσειρές.

Όπως επίσης προαναφέρθηκε, το Impatiens noli-tangere φύεται σε σκιερές τοποθεσίες, μέσα σε σκοτεινά και υγρά δάση και στις όχθες ρεμάτων ή λιμνών. Ανθίζει τους καλοκαιρινούς μήνες, σε υψόμετρα που ποικίλουν, ανάλογα με την περιοχή. Στην Αγγλία έχει αναφερθεί από τα 200 μ., ενώ στην Κίνα ανεβαίνει μέχρι τα 2000 μ. 




Το παλαιότερο όνομα του γένους (Balsamina) σχετίζεται σίγουρα με τις διάφορες φαρμακευτικές χρήσεις του φυτού. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισηπτικό, διουρητικό και εμετικό. Μάλιστα, το είδος αυτό καλλιεργούνταν για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Εκχύλισμα του φυτού χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα στην κοσμετολογία. Εκτός από φαρμακευτικό, σε κάποιες περιοχές της εξάπλωσής του είναι και εδώδιμο. Τα φύλλα του, αν και από πολλούς θεωρούνται στυφά, τρώγονται τόσο στη Μαντζουρία, όσο και στην Κορέα. 

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Colchicum soboliferum

Αττική, 30/1/2015


To Colchicum soboliferum (Fisch. & A. Mey.) Stef. είναι ένα κολχικό με περίεργη και περιορισμένη κατανομή στην Ελλάδα. Η παγκόσμια εξάπλωσή του περιλαμβάνει το ανατολικό κομμάτι της βαλκανικής χερσονήσου και εκτείνεται μέχρι το Αφγανιστάν και το Τουρκμενιστάν. Στη χώρα μας, όπου και το δυτικότερο όριο εξάπλωσής του (μαζί με τη ΠΓΔΜ), έχει σποραδικές εμφανίσεις στους νομούς Αττικής, Λέσβου, Θεσσαλονίκης και στις λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών.

Φύεται σε υγρές τοποθεσίες: δίπλα σε πηγές, ποταμούς και λίμνες, σε αμμώδη, αργιλώδη ή χλοερά λιβάδια. Ανθίζει προς το τέλος του χειμώνα, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο σε χαμηλά υψόμετρα ή στις αρχές της άνοιξης, σε μεγαλύτερα υψόμετρα, που μπορεί να φτάσουν μέχρι τα 700 μ. Η ανθοφορία του συμβαίνει ταυτόχρονα με την έκπτυξη τριών, συνήθως, φύλλων.




Το είδος μπορεί να πολλαπλασιάζεται αγενώς, λόγω της ύπαρξης προεκβολών στο ρίζωμά του. Έτσι, σε ευνοϊκές συνθήκες, είναι δυνατό να δημιουργήσει εύκολα μεγάλους πληθυσμούς. Παρόλα αυτά, οι βιότοποι που προτιμά είναι ευάλωτοι και οποιαδήποτε αλλαγή, πχ στη ροή κάποιου ποταμού, στην επέκταση γεωργικών καλλιεργειών ή στην γεωργική εκμετάλλευση των εκτάσεων στις οποίες φύεται το κολχικό, μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στην εξάπλωση του είδους. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την περιορισμένη συνολική εξάπλωσή του στην Ελλάδα, το καθιστά «Τρωτό» για τη χώρα μας, σύμφωνα με το Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας.  

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Allium chamaemoly subsp. chamaemoly


Κόρινθος, 9/1/2016


Αν και γνώριζα εκ των προτέρων το μικρό του μέγεθος, μπορώ να πω ότι έμεινα έκπληκτη αντικρύζοντάς το. Με άνθη συνήθως μικρότερα του ενός εκατοστού και ανύπαρκτο βλαστό, το Allium chamaemoly L. subsp. chamaemoly εύκολα περνά απαρατήρητο και διαφεύγει της προσοχής ακόμα και έμπειρων βοτανικών βλεμμάτων.

Είναι είδος με μεσογειακή εξάπλωση (Ισπανία, Γαλλία, Μάλτα, Ιταλία, πρώην Γιουγκοσλαβία, Τυνησία, Αλγερία, Μαρόκο), ενώ στην Ελλάδα εμφανίζεται σε περιοχές της Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας και στο νησί της Ζακύνθου. Η καλαμολόγχη, όπως ονομάζεται στο λεξικό του Καββαδά, ανθίζει τους χειμερινούς μήνες, ίσως και στην αρχή της άνοιξης, σε ανοιχτές, ηλιόλουστες θέσεις, συνήθως με αμμώδες έδαφος και λιβάδια.




Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του φυτού είναι η εμπλοκή του σε φαινόμενα αρνητικής αλληλοπάθειας. Το Allium chamaemoly μπορεί να παράγει και να εκκρίνει μια ουσία με τοξική επίδραση για κάποια είδη φυτών (πχ Hyoseris scabra), τα οποία αδυνατούν έτσι να φυτρώσουν δίπλα του, δίνοντάς του ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Κάποια άλλα βέβαια, όπως η Bellis annua, μπορούν και συνθέτουν αντιτοξίνες που εξουδετερώνουν τη φυτοτοξίνη του A. chamaemoly, γειτνιάζοντας άφοβα με το μικροσκοπικό σκορδάκι (Deleuil, 1954).




Όπως πληροφορούμαστε από την πρώτη έκδοση του Βιβλίου Ερυθρών Δεδομένων για τα φυτά της Ελλάδας (1995), το είδος εμφανίζει μικρούς και διάσπαρτους πληθυσμούς στην Ελλάδα, κάποιοι από τους οποίους κινδυνεύουν από την οικοδομική δραστηριότητα. Ο πληθυσμός μάλιστα που βρίσκεται εντός του Πανεπιστημίου της Πάτρας σχεδόν εξαφανίστηκε από τέτοιου είδους δραστηριότητες. Για τους λόγους αυτούς συμπεριλήφθηκε στο Βιβλίο με το χαρακτηρισμό «Τρωτό».

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Tulipa rhodopea

Ξάνθη, 2/5/2016

Ένα πολύ εντυπωσιακό φυτό με ενδιαφέρουσα ιστορία: γνωρίστε την Tulipa rhodopea (Velen.) Velen.


Όλα ξεκίνησαν το 1900, όταν ο Τσέχος βοτανικός Josef Velenovský περιέγραψε φυτά του είδους από την περιοχή της βουλγάρικης Ροδόπης ως Tulipa orientalis var. rhodopea, για να αναθεωρήσει το όνομα αυτό 22 χρόνια αργότερα και αφού είχε στα χέρια του δείγμα του φυτού από το όρος Πιρίν της Βουλγαρίας. Το δείγμα αυτό είχε συλλέξει, μαζί με άλλα από την ευρύτερη περιοχή (καθώς και από βουνά στα ελληνικά σύνορα), ο Βούλγαρος στρατιώτης Jan Mrkvička, κατά τη διετία 1915-16, στα διαλείμματα των μαχών του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Όταν, τον Αύγουστο του 1916, ο Mrkvička σκοτώθηκε, οι γονείς του έστειλαν όλα τα δείγματά του στον Velenovský, ο οποίος εξέδωσε μια λίστα με όλα τα φυτά που είχε συλλέξει ο στρατιώτης, με το -λιγάκι ανατριχιαστικό- όνομα Reliquiae Mrkvičkanae (reliquiae σημαίνει λείψανα).





Το 1936, ο ερασιτέχνης βοτανικός Griffith Tedd, ο οποίος διέμενε στην Ξάνθη και σχετιζόταν με την ακμάζουσα τότε βιομηχανία καπνού, συνέλεξε δείγμα της τουλίπας από πολύ κοντινή στην πόλη περιοχή και το έστειλε, μαζί με 2000 ακόμα στο βοτανικό William Turrill, στο διάσημο βοτανικό κήπο του Kew, για αναγνώριση. Ήταν το πρώτο, και για πολλά χρόνια μοναδικό, δείγμα της τουλίπας από ελληνικό έδαφος.




Η Tulipa rhodopea λοιπόν, αρχικά θεωρήθηκε ενδημική της νοτιοδυτικής Βουλγαρίας, αλλά πλέον, αν όντως πρόκειται για ξεχωριστό taxon, θεωρείται στενο-βαλκανικό είδος. Η ταξινομική της κατάσταση παραμένει λίγο ασαφής. Η Everett στην πρόσφατη (2013) μονογραφία της για το γένος την κατατάσσει στο είδος T. hungarica Borbás, ενώ στη λίστα με τα αγγειόφυτα της Ελλάδας (Valscular Plants of Greece), δεν αναφέρεται πουθενά. Παραμένει πάντως ένα πολύ όμορφο φυτό, τα μεγάλα κόκκινα άνθη του οποίου τραβούν αμέσως το βλέμμα των επίδοξων συλλεκτών. Στη Βουλγαρία συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων της χώρας με το χαρακτηρισμό «Κρισίμως κινδυνεύον». Η πολύ περιορισμένη έκταση στην οποία έχει βρεθεί μέχρι στιγμής στην Ελλάδα θα πρέπει μάλλον να επιστήσει την προσοχή μας, ώστε να μην κινδυνέψει μελλοντικά.

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Colchicum chimonanthum

Σέρρες, 26/12/2015


Η χειμερινή του ανθοφορία, που ξεκινά το Δεκέμβριο και ολοκληρώνεται το Φεβρουάριο, σχεδόν δεν άφησε περιθώρια στους ονοματοδότες του είδους Colchicum chimonanthum K. Perss. Πρόκειται για ένα κολχικό ενδημικό της Μακεδονίας, με λίγους πληθυσμούς που εμφανίζονται στους νομούς Σερρών, Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. 


Θεσσαλονίκη, 29/12/2015

Μπορείτε να δείτε όλες τις πληροφορίες για το σπάνιο αυτό είδος στην πρόσφατα δημοσιευμένη εργασία μας, στον ακόλουθο σύνδεσμο: