Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Colchicum rausii

Καράβα, 21/9/2012

Το Colchicum rausii K. Perss. είναι ένα από τα πιο σπάνια κολχικά της Ελλάδας. Είναι τοπικό ενδημικό του όρους Καράβα της Ν Πίνδου, όπου μέχρι σήμερα έχει εντοπιστεί σε δύο μόνο κοντινές τοποθεσίες. Φύεται σε αλπικά λιβάδια, υψόμετρου από 1500 έως 1650 μ. και ανθίζει χωρίς φύλλα τον Σεπτέμβριο. Τα φύλλα και οι καρποί του εμφανίζονται αργά την άνοιξη ή νωρίς το καλοκαίρι.

Οι δύο πληθυσμοί του C. rausii φαίνεται να μην απειλούνται ιδιαίτερα από ανθρώπινες δραστηριότητες, καθώς η περιοχή όπου φύονται δεν είναι εύκολα προσβάσιμη. Επιπλέον, η ικανότητα του φυτού να αναπαράγεται και αγενώς, το προστατεύει από την απειλή της υπερβόσκησης. Παρόλα αυτά, στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας προτείνεται η ένταξή του στην κατηγορία «Τρωτό», λόγω της πολύ περιορισμένης εξάπλωσής του. Εμείς έχουμε να προσθέσουμε ότι μια απαγόρευση βόσκησης ή διέλευσης κοπαδιών στα λιγοστά τετραγωνικά μέτρα στα οποία απλώνεται το C. rausiiπαρατηρήσαμε πολλά πατημένα άτομα – θα μπορούσε να βοηθήσει την περαιτέρω ανάπτυξη των πληθυσμών, χωρίς να ενοχλήσει την τοπική κτηνοτροφία.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Campanula pangea

Παγγαίο, 10/9/2012

Μια φθινοπωρινή βόλτα στο Παγγαίο μπορεί να κρύβει εκπλήξεις, όπως αυτή η ενδημική καμπανούλα. Η Campanula pangea Hartvig έχει εντοπιστεί μέχρι στιγμής μόνο στη ΝΑ και ΒΔ πλευρά του όρους Παγγαίο, σε υψόμετρο από 1000 έως 1700 μ. Φύεται σε βραχώδεις θέσεις μέσα ή σε ανοίγματα δάσους οξιάς, καθώς και στις πλευρές δασικών δρόμων ή μονοπατιών, σε ασβεστόλιθο ή σχιστόλιθο. Η περίοδος ανθοφορίας της περιλαμβάνει κυρίως τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο.

Η Campanula pangea Hartvig ανακαλύφθηκε σχετικά πρόσφατα, το 1985, και περιγράφηκε το 1998. Έχουν γίνει προσπάθειες ανεύρεσης του είδους σε γειτονικά ορεινά συγκροτήματα, όπως το Μενοίκιο, οι οποίες όμως παραμένουν άκαρπες.  Λόγω της μικρής περιοχής εμφάνισής της και του σχετικά μικρού μεγέθους των πληθυσμών της, περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, όπου προτείνεται η ένταξή της στην κατηγορία «Τρωτό».

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Colchicum graecum

Λάκμος, 27/8/2011

Ένα κολχικό ενδημικό της Ελλάδας, όπως φανερώνει το όνομά του. Το Colchicum graecum K. Perss. απαντά σε βουνά της Πίνδου, της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. Φύεται σε ξηρές, πετρώδεις πλαγιές, σε ασβεστόλιθο, σχιστόλιθο ή οφιολιθικά πετρώματα και υψόμετρο από 1300 έως 2400 μ., αν και κατεβαίνει μέχρι τα 900 μ. μέσα σε χαράδρες ή σε πλαγιές με Β ή ΒΑ προσανατολισμό.     

Το C. graecum ανήκει στα φθινοπωρινά κολχικά, αλλά βιάζεται περισσότερο να φέρει το φθινόπωρο από τα άλλα, καθώς χαρακτηρίζεται από πολύ πρώιμη άνθιση. Η περίοδος ανθοφορίας του πολλές φορές ξεκινά από τα τέλη του Ιουλίου και διαρκεί μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Τα φύλλα του και οι καρποί του εμφανίζονται από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο.

Περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Jovibarba heuffelii

Καμβούνια, 3/8/2012


"Old wryters do call it Iovis barba, Iupiter's Bearde, & holde an Opynion supersticously 
that in what house so ever it groweth, no Lyghtning or Tempest 
can take place to doe any harm there."
William Bullein, 1562


Το γένος Jovibarba είναι στενά συγγενικό με το Sempervivum. Διαφέρει κυρίως στα άνθη, τα οποία δεν είναι ακτινωτά και έχουν 6 πέταλα, σε αντίθεση με το Sempervivum που έχει άνθη με 8-16 πέταλα.

Το Jovibarba heuffelii (Schott) Á. Löve & D. Löve απαντά στα βουνά των Βαλκανίων και τα ανατολικά Καρπάθια, ενώ στην Ελλάδα κατεβαίνει μέχρι τον Τυμφρηστό. Καλλιεργείται ευρύτατα σε πολλά σημεία του πλανήτη. Μάλιστα στις ΗΠΑ έχει διαφύγει από καλλιέργεια και έχει εγκλιματιστεί στο βόρειο Ουισκόνσιν. Φύεται σε ξηρές, βραχώδεις θέσεις, σε αλπικά λιβάδια, γενικά σε ασβεστόλιθο, αλλά κάποιες φορές σε σχιστόλιθο, σερπεντίνη ή άλλα υποστρώματα. Ανθίζει από τέλη Ιουνίου έως και τον Αύγουστο, σε υψόμετρα από 1000 έως 2300 μ., αν και κάποιες φορές κατεβαίνει στα 100 μ. μέσα σε χαράδρες.

Προστατεύεται από το ΠΔ 67/81 και περιλαμβάνεται στα Άλλα Σημαντικά Είδη Φυτών του δικτύου «ΦΥΣΗ 2000».


Το όνομα Jovibarba προέρχεται από τις λέξεις Jovis, ο Δίας του ελληνικού δωδεκάθεου, και barba, δηλαδή γενειάδα στα λατινικά, κάτι που ίσως αναφέρεται στα βλεφαριδωτά πέταλα του φυτού. Μια ενδιαφέρουσα πηγή αναφέρει ότι το γένος αυτό ταυτίστηκε με τον Δία ή τον Θορ, θεότητες που όριζαν τον κεραυνό στην ελληνική και γερμανική/σκανδιναβική μυθολογία αντίστοιχα. Για το λόγο αυτό κατά το μεσαίωνα, ίσως και από την αρχαιότητα, οι άνθρωποι καλλιεργούσαν είδη Jovibarba στις στέγες των σπιτιών τους, με την πεποίθηση ότι έτσι προστατεύουν το σπίτι από τους κεραυνούς. Σε σλαβικά έθνη η παράδοση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα.