Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

Colchicum asteranthum

Λύρκειο, 9/1/2016


Κρυμμένο στις νότιες πλαγιές ενός όχι ιδιαίτερα γνωστού βουνού της Πελοποννήσου και με τα άνθη του να εμφανίζονται μέσα στην καρδιά του χειμώνα, το Colchicum asteranthum Vassiliad. & K. Perss. περίμενε καρτερικά μέχρι το 1999 για να ανακαλυφθεί και να περιγραφεί τρία χρόνια αργότερα. 




Αυτό το μικρό κολχικό μπορεί κανείς να το συναντήσει μόνο στο όρος Λύρκειο της Πελοποννήσου και μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, μόνο στις πλαγιές που έχουν από νοτιοανατολική μέχρι νοτιοδυτική έκθεση. Η πολύ περιορισμένη αυτή εξάπλωση καθιστά το Colchicum asteranthum ένα από τα σπανιότερα κολχικά της Ελλάδας.

Η ανθοφορία του είναι χειμερινή, περιλαμβάνει τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο και εμφανίζει μια κορύφωση γύρω στα τέλη του πρώτου μήνες και στην αρχή του δεύτερου. Τότε, σε περιοχές του βουνού με κοκκινόχωμα (terra rossa) και χωρίς μεγάλη δενδροκάλυψη, σε υψόμετρο από 950 έως 1450 μ., το C. asteranthum ανοίγει τα λευκά ή ρόδινα άνθη του, αφήνοντας να αναδυθεί μια μελένια μυρωδιά.   




Η χειμερινή ανθοφορία του φυτού ενέχει τον κίνδυνο της μειωμένης εγγενούς αναπαραγωγής, λόγω της πιθανής κακοκαιρίας και της συνακόλουθης έλλειψης επικονιαστών. Ωστόσο, υπάρχει η δυνατότητα αγενούς αναπαραγωγής μέσω ριζωμάτων που αντισταθμίζει τις απώλειες. Έχει υπολογιστεί ότι στο βουνό υπάρχουν αρκετές χιλιάδες άτομα του C. asteranthum, τα οποία όμως εμφανίζονται σε μια πολύ περιορισμένης έκτασης περιοχή. Για το λόγο αυτό, το φυτό συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009) με το χαρακτηρισμό «Τρωτό».

Είναι παράξενο το ότι το Colchicum asteranthum, ενδημικό της νότιας Ελλάδας, βρίσκει ένα αδελφό είδος που ενδημεί στη βόρεια Ελλάδα: το C. chimonanthum, το οποίο μοιάζει με το C. asteranthum, αλλά, επιπλέον, ανθίζει την ίδια περίοδο. Αλλά… περισσότερα για αυτό θα σας αποκαλύψω την επόμενη βδομάδα. 

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Drosera rotundifolia

Ροδόπη, 11/8/2015

Τι κάνεις αν είσαι φυτό, θέλεις να συνθέσεις μια πρωτεΐνη και το περιβάλλον στο οποίο ζεις είναι πολύ φτωχό σε άζωτο; Λιμοκτονείς ή αλλάζεις διατροφικές συνήθειες; Φαίνεται ότι φυτά όπως η Drosera rotundifolia L. επέλεξαν το δεύτερο και έγιναν… σαρκοφάγα!

Πρώτος ο Δαρβίνος παρατήρησε τα εντομοφάγα φυτά και πρότεινε ότι τα έντομα που αποσυντίθενται σιγά σιγά στα φύλλα-παγίδες τους, παρέχουν κάποιες ουσίες σε αυτά. Μάλιστα, πειραματίστηκε με τα εντομοφάγα φυτά, τοποθετώντας επάνω στα φύλλα τους μικρά κομματάκια τυριού ή κρέατος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα άτομα που «τάιζε» με αυτόν τον τρόπο, φαίνονταν περισσότερο εύρωστα και υγιή από τα υπόλοιπα.

Η Drosera rotundifolia λοιπόν, όπως όλα τα φυτά, έχει ανάγκη από κάποια θρεπτικά στοιχεία, όπως είναι το άζωτο. Ο βιότοπος όμως στον οποίο απαντά, τα όξινα τυρφώδη έλη, είναι πολύ φτωχός ως προς το στοιχείο αυτό. Το πρόβλημα λύνεται με τα ειδικά διαφοροποιημένα φύλλα της, που φέρουν πολυάριθμους μακριούς αδένες. Άλλοι από αυτούς εκκρίνουν μια κολλώδη ουσία, ικανή να παγιδεύει έντομα, και άλλοι εκκρίνουν πεπτικά υγρά που διαλύουν τα έντομα, έτσι ώστε να απορροφηθούν τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά, όπως το άζωτο, και να συμπληρώσει τις διατροφικές της ανάγκες.




Το είδος αυτό έχει ευρεία εξάπλωση: Ευρώπη, Σιβηρία, βόρεια Αμερική, Ιαπωνία, Κορέα και Νέα Γουινέα. Στην Ελλάδα όμως η εξάπλωσή της περιορίζεται σε ελάχιστες θέσεις στην οροσειρά της Ροδόπης. Μάλιστα, η πρώτη θέση στην οποία ανακαλύφθηκε ένας μικρός πληθυσμός της καταστράφηκε μετά τη διάνοιξη αποστραγγιστικού καναλιού. Γενικά, απαντά σε υψόμετρα από 1100 έως 1500 μ. και ανθίζει για λίγες ώρες κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Ιουλίου και του Αυγούστου.

Δυστυχώς, το αξιοθαύμαστο αυτό φυτό φαίνεται να κινδυνεύει άμεσα από διάνοιξη κι άλλων αποστραγγιστικών καναλιών που θα καταστρέψουν τον ευαίσθητο βιότοπό του. Η υλοτομία, η διάνοιξη δρόμων και οι πυρκαγιές αποτελούν επίσης σοβαρή απειλή, ενώ τα μεγάλα ζώα, όπως τα βοοειδή, μπορούν να έχουν πολύ αρνητικές επιδράσεις στον πληθυσμό της D. rotindifolia, είτε μέσω του ποδοπατήματος ή μέσω των περιττωμάτων που αλλάζουν τις ισορροπίες θρεπτικών στα περιβάλλοντα όπου διαβιεί το φυτό. Για όλα αυτά, αλλά και λόγω της πολύ περιορισμένης εξάπλωσης της D. rotundifolia στην Ελλάδα, το φυτό συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας, με το χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον».


Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Onobrychis peloponnesiaca

Λακωνία, 10/4/2016

Όχι και τόσο περιπετειώδης η ιστορία του όσο της Onobrychis aliacmonia, ωστόσο το φυτό που παρουσιάζουμε σήμερα, σε συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης (εδώ), πέρασε μια μικρή ονοματολογική οδύσσεια, καθώς αρχικά (1987) κατατάχθηκε στο προαναφερθέν είδος, στη συνέχεια θεωρήθηκε υποείδος του προαναφερθέντος είδους (1996) και, τελικά, νέο και διακριτό είδος (1999): Onobrychis peloponnesiaca (Iatroú & Kit Tan) Iatroú & Kit Tan



Πρόκειται για ένα είδος ενδημικό μιας πολύ μικρής περιοχής της νότιας Πελοποννήσου, στο νομό Λακωνίας. Εκεί φυτρώνει σε μαργαϊκό έδαφος, με θάμνους ή φρύγανα, καθώς και στις παρυφές καλλιεργούμενων εκτάσεων και ελαιώνων, σε υψόμετρο από 100 έως 200 μ. Ανθίζει τον Απρίλιο και το Μάιο.




Η O. peloponnesiaca συμπεριλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων και Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009) και, μάλιστα, με το χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον». Οι υποπληθυσμοί του είδους είναι μικροί και ασυνεχείς και κινδυνεύουν από καταστροφή των βιοτόπων τους. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί μετά από εκχέρσωση του εδάφους για την επέκταση κάποιας καλλιέργειας ή άσκηση διαφόρων καλλιεργητικών πρακτικών, αλλά και μετά τη απομάκρυνση του εδάφους για τη διαπλάτυνση δρόμων.